Αθήνα: Παρτούζα στο πρώτο ραντεβού

Μοναστηράκι, τρεισήμισι το πρωί.
Η Ερμού ήταν σχεδόν άδεια. Μόνο τα βήματά τους ακούγονταν. Η ψηλή καστανή με το εφαρμοστό φόρεμα περπατούσε δίπλα στον Σουηδό, ενώ πίσω τους η κοντή μελαχρινή και ο άντρας με το μουστάκι γελούσαν σιγανά.
Όταν πέρασαν την πλατεία, ο άντρας με το μουστάκι γύρισε στη μελαχρινή και ρώτησε ήρεμα:
«Πάμε για παρτούζα;»
Εκείνη δεν δίστασε.
«Ναι.»
Στο Σύνταγμα πρότειναν στον Σουηδό να τον φιλοξενήσουν. Δέχτηκε.
Το διαμέρισμα στο Παγκράτι μύριζε τσιγάρο και άρωμα. Μόλις μπήκαν, η ψηλή καστανή έπιασε τον Σουηδό από το μπλουζάκι και τον φίλησε βαθιά, με τη γλώσσα να μπαίνει επιθετικά στο στόμα του. Η μελαχρινή γονάτισε αμέσως μπροστά στον άντρα με το μουστάκι, άνοιξε το φερμουάρ του και έβγαλε το ήδη σκληρό του καυλί. Το πέρασε ολόκληρο στο στόμα της με μια βρεγμένη, ήχορη ρουφηξιά.
Η καστανή έσπρωξε τον Σουηδό στον καναπέ, σήκωσε το φόρεμά της και κάθισε πάνω του χωρίς εσώρουχα. Το μουνί της ήταν ήδη μουσκεμένο. Τον κατέβασε μέσα της με μια αργή, βαθιά κίνηση και άρχισε να κουνιέται, τα στήθη της να χορεύουν κάτω από το λεπτό ύφασμα. Ο Σουηδός έπιασε τους γοφούς της δυνατά και την τράβηξε πιο βαθιά.
Δίπλα τους η μελαχρινή είχε γυρίσει ανάποδα. Ο άντρας με το μουστάκι τη γαμούσε από πίσω με γρήγορες, υγρές κινήσεις, ενώ εκείνη έγλειφε τα αρχίδια του Σουηδού κάθε φορά που η καστανή σηκωνόταν λίγο. Οι ήχοι γέμιζαν το δωμάτιο: δέρμα που χτυπούσε σε δέρμα, υγρά χτυπήματα, βαριά αναπνοή και χαμηλά γκρίνια.
Η καστανή έσκυψε και φίλησε τη μελαχρινή στο στόμα, ενώ συνέχιζε να καβαλάει τον Σουηδό. Οι γλώσσες τους μπλέχτηκαν. Ο άντρας με το μουστάκι τράβηξε τα μαλλιά της μελαχρινής και άρχισε να τη γαμάει πιο δυνατά, μέχρι που εκείνη έτριξε τα δόντια και χύσε πρώτη, το σώμα της να σφίγγει γύρω του.
Λίγο μετά ο Σουηδός αναστέναξε βαριά. Η καστανή κατέβηκε γρήγορα, γονάτισε και άνοιξε το στόμα. Τον δέχτηκε όλο μέσα της καθώς εκείνος χύσε με δυνατούς παλμούς. Κατάπιε τα πάντα, μετά γύρισε και μοίρασε ένα βαθύ, αλμυρό φιλί στη μελαχρινή.
Ο άντρας με το μουστάκι δεν άντεξε άλλο. Τράβηξε τη μελαχρινή από τα μαλλιά, της έβγαλε το καυλί από το μουνί και το έβαλε στο στόμα της. Χύσε κι αυτός, γεμίζοντάς την, ενώ εκείνη τον κοίταζε στα μάτια και κατάπινε.
Για λίγα λεπτά έμειναν έτσι. Ιδρωμένοι, λαχανιασμένοι, με τα σώματά τους ακόμα να ακουμπούν. Μετά η καστανή χαμογέλασε αργά, σκουπίζοντας μια σταγόνα από το κάτω χείλος της.
«Άλλη μια φορά;» ρώτησε απλά.
Κανείς δεν διαφώνησε.
Σου άρεσε;
Μέση βαθμολογία 1,0 από 1 ψήφους

