EN

Στη μέση του χειμώνα

Στη μέση του χειμώνα
Φωτογραφία: Pexels

«Θα παγώσεις, κορόιδο», μου είχε πει ο Νικόλας πριν φύγω από την Αθήνα, καθώς στεκόμουν μπροστά στο ασανσέρ με τις βαλίτσες στα πόδια μου.

Το είπε με εκείνο το μισό, ειρωνικό χαμόγελό του. Δεν του απάντησα. Ήξερα πως αν άνοιγα το στόμα μου θα καταλήγαμε πάλι στον ίδιο καβγά. Εκείνος θεωρούσε την απόφασή μου να περάσω τον χειμώνα στο Πήλιο μια ακόμα από τις παράξενες συναισθηματικές μου παρορμήσεις.

Τον Φεβρουάριο, μόνη μέσα στο παλιό πατρικό μου, κατάλαβα πόσο δίκιο είχε.

Οι τοίχοι έτριζαν από το κρύο. Η θέρμανση είχε αποφασίσει να παραδώσει το πνεύμα. Γύριζα τον θερμοστάτη, άκουγα έναν ξερό ήχο από τα σώματα και μετά τίποτα. Μόνο παγωμένοι σωλήνες.

Ο πατέρας μου είχε πεθάνει πριν από τρεις μήνες. Το σπίτι είχε μείνει σχεδόν ανέγγιχτο. Τα ρούχα του κρέμονταν ακόμα στην ντουλάπα, τα βιβλία του ήταν στοιβαγμένα στο γραφείο και το αγαπημένο του φλιτζάνι παρέμενε στο ίδιο σημείο της κουζίνας.

Κάποιες φορές έμπαινα στο δωμάτιό του μόνο και μόνο για να μυρίσω τον αέρα που ακόμα κρατούσε κάτι από αυτόν. Εκείνο το βράδυ όμως δεν είχα περιθώρια για νοσταλγίες. Πάγωνα. Τα πόδια μου ήταν πάγος, οι θηλές μου σκληρές από το κρύο ακόμα και μέσα από το πουλόβερ.

Νωρίτερα είχα κατέβει στην ταβέρνα του χωριού. Θυμήθηκα ένα χαρτί κολλημένο δίπλα στην είσοδο, τυπωμένο με εκείνα τα παλιά γράμματα των εκτυπωτών dot matrix.

«Άρης – Υδραυλικός / Ελαιοχρωματιστής – 24ωρη εξυπηρέτηση».

Το κινητό μου έπιανε μετά βίας δύο μπάρες. Πληκτρολόγησα τον αριθμό.

«Εμπρός».

Η φωνή ήταν βαθιά, ήρεμη, σχεδόν βαριεστημένη.

«Καλησπέρα. Σας τηλεφωνώ για το σπίτι του Αντώνη Βασιλείου. Είμαι η κόρη του. Έχω πρόβλημα με τη θέρμανση».

Ακολούθησε μια μικρή σιωπή.

«Ξέρω το σπίτι».

«Μπορείτε να περάσετε;»

«Θα είμαι εκεί σε είκοσι λεπτά».

Δεν πρόλαβα να ρωτήσω τίποτα άλλο.

Τότε δεν ήξερα ότι αυτή η σύντομη συνομιλία θα αναστάτωνε ολόκληρη τη ζωή μου.

Η φωνή του μου ήταν γνωστή. Το κατάλαβα μόλις έκλεισα το τηλέφωνο.

Άρης.

Προσπάθησα να τον θυμηθώ. Από τις διακοπές που κάναμε εδώ όταν ήμουν έφηβη. Ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερός μου. Δεν κάναμε παρέα, δεν είχαμε μιλήσει ποτέ πραγματικά. Τον θυμόμουν στο παλιό καφενείο, καθισμένο με τους ντόπιους, να καπνίζει και να παρατηρεί τους Αθηναίους που ερχόμασταν στο χωριό για να περάσουμε το καλοκαίρι. Τον θυμόμουν με τα χέρια μαυρισμένα, με τον λαιμό ιδρωμένο, με εκείνο το βλέμμα που κοίταζε χωρίς να ζητάει άδεια.

Το βανάκι του εμφανίστηκε είκοσι λεπτά αργότερα.

Κατέβηκε και στάθηκε μπροστά στην πόρτα. Ήταν ψηλός, με φαρδιούς ώμους και ένα σώμα που έδειχνε τη δουλειά που έκανε. Φορούσε ένα παλιό μπουφάν εργασίας. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να αραιώνουν στους κροτάφους, ενώ το πρόσωπό του είχε εκείνη τη σκληρή όψη ανθρώπου που περνάει περισσότερες ώρες έξω παρά μέσα. Μύριζε κρύο αέρα, τσιγάρο και κάτι ξυλώδες, σχεδόν ζώο.

«Κλειώ;»

«Ναι. Ευχαριστώ που ήρθες τόσο αργά».

«Δεν πειράζει. Δείξε μου».

Μπήκε στο σπίτι χωρίς πολλές κουβέντες. Τον οδήγησα στο λεβητοστάσιο.

Για δύο ώρες δεν άκουσα τίποτα άλλο παρά εργαλεία, μεταλλικούς ήχους και το τρίξιμο των παλιών σωλήνων. Του έφτιαξα καφέ. Τον πήρε με ένα νεύμα.

«Ευχαριστώ».

Δεν ήταν ιδιαίτερα ομιλητικός.

Κάθισα στην κουζίνα και τον παρατηρούσα από την ανοιχτή πόρτα. Δούλευε σκυμμένος πάνω στον λέβητα, με τα μανίκια σηκωμένα και τα χέρια του μαυρισμένα από τη βρωμιά. Οι φλέβες στα μπράτσα του ήταν φουσκωμένες. Κάθε φορά που έσκυβε, το μπουφάν του σηκωνόταν λίγο και φαινόταν η γραμμή των εσωρούχων του πάνω από το παντελόνι της εργασίας. Δεν θυμόμουν την τελευταία φορά που είχα κοιτάξει έναν άντρα έτσι. Όχι σαν άνθρωπο. Σαν κάτι που ήθελα να αγγίξω, να μυρίσω, να βάλω στο στόμα μου.

Στις δέκα περίπου ακούστηκε ένας βαθύς κρότος. Λίγο αργότερα το ζεστό νερό άρχισε να κυκλοφορεί στα σώματα.

«Έτοιμο», είπε βγαίνοντας. «Η βαλβίδα είχε κολλήσει από τη σκουριά. Την καθάρισα, αλλά πρέπει να την αλλάξεις κάποια στιγμή».

«Με έσωσες».

«Μη βιάζεσαι. Περίμενε να ζεστάνει πρώτα το σπίτι».

«Πόσο σου χρωστάω;»

Με κοίταξε.

«Σαράντα ευρώ».

«Μόνο;»

«Τι περίμενες; Να σου πάρω και το σπίτι;»

Γέλασα. Ήταν το πρώτο του πραγματικό χαμόγελο. Τα δόντια του δεν ήταν τέλεια. Μου άρεσε.

«Θες ένα ουζάκι πριν φύγεις;» τον ρώτησα. «Έχω από τον πατέρα μου».

Στάθηκε για λίγο.

«Ναι. Γιατί όχι;»

Καθίσαμε στην κουζίνα. Είχα σβήσει το δυνατό φως της οροφής και είχα αφήσει αναμμένο μόνο το μικρό φωτιστικό πάνω στον πάγκο. Το φως έπεφτε χαμηλά, στα χέρια μας, στα ποτήρια.

«Λυπάμαι για τον πατέρα σου», είπε ξαφνικά.

«Τον γνώριζες;»

«Όλοι τον γνώριζαν. Ήταν καλός άνθρωπος. Πάντα με χαιρετούσε».

«Ναι. Ήταν».

Έμεινα για λίγο σιωπηλή. Το ουζάκι έκαιγε στο λαιμό μου.

«Εσύ είσαι παντρεμένος;»

«Χωρισμένος. Έχω έναν γιο. Δεκαοκτώ χρονών».

«Μένει εδώ;»

«Όχι. Στον Βόλο, με τη μητέρα του. Σπουδάζει».

«Και εσύ έμεινες εδώ;»

Σήκωσε τους ώμους.

«Εδώ είναι το σπίτι μου».

«Δεν σκέφτηκες ποτέ να φύγεις;»

Με κοίταξε σαν να του είχα κάνει μια παράλογη ερώτηση.

«Γιατί να φύγω;»

Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Σκέφτηκα τον Νικόλα. Το γραφείο του, τα επαγγελματικά του ραντεβού, τα ατελείωτα τηλεφωνήματα, τα ταξίδια. Όλα εκείνα που κάποτε θεωρούσα ενδιαφέροντα και τώρα μου φαίνονταν απλώς κουραστικά. Σκέφτηκα το κρεβάτι μας στην Αθήνα, πόσο καθαρό ήταν πάντα, πόσο σιωπηλό.

Ο Άρης άδειασε το ποτήρι του.

«Πρέπει να φύγω. Έχεις ζέστη τώρα. Μην αφήσεις τον θερμοστάτη πολύ χαμηλά».

Στην πόρτα του έδωσα το χέρι.

Η παλάμη του ήταν σκληρή, τραχιά, αλλά ζεστή. Η χειραψία κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Κοίταξα τα δάχτυλά του. Ήταν χοντρά, μαυρισμένα ακόμα στα νύχια από τη δουλειά. Σκέφτηκα πώς θα ένιωθαν μέσα μου.

Κοιταχτήκαμε.

«Καληνύχτα, Κλειώ».

«Καληνύχτα, Άρη».

Έφυγε.

Έμεινα στην πόρτα και τον παρακολούθησα μέχρι που χάθηκε με το βανάκι του στον σκοτεινό δρόμο.

Το σπίτι είχε αρχίσει να ζεσταίνεται.

Εγώ, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ένιωθα πιο μόνη από πριν. Και πιο βρεγμένη ανάμεσα στα πόδια μου.

Τις επόμενες ημέρες η θέρμανση λειτουργούσε κανονικά.

Ο Άρης, όμως, εμφανίστηκε ξανά.

«Πέρασα από εδώ», είπε ένα απόγευμα, κρατώντας ένα πλαστικό κουτί με εργαλεία. «Να δω μήπως το φίλτρο έχει πάλι πρόβλημα».

«Δεν χρειάζεται, δουλεύει μια χαρά».

«Καλύτερα να το ελέγξω».

Τον άφησα να μπει.

Έκανε τη δουλειά του και μετά εμφανίστηκε στην κουζίνα.

«Καφέ έχεις;»

«Έχω».

«Τότε θα πιω έναν».

Κάθισε απέναντί μου.

Αυτή τη φορά μιλήσαμε περισσότερο. Για το χωριό, για τους ανθρώπους που είχαν φύγει, για τον πατέρα μου. Για τον δικό του γιο. Δεν ήταν άνθρωπος που προσπαθούσε να εντυπωσιάσει. Δεν έκανε κομπλιμέντα, δεν έλεγε εξυπνάδες. Όταν μιλούσε, σε κοιτούσε στα μάτια. Και όταν σιωπούσε, δεν αισθανόσουν την ανάγκη να γεμίσεις τη σιωπή.

Ήρθε και τρίτη φορά. Είπε ότι είχε ξεχάσει ένα εργαλείο.

Ήταν ένα μικρό κλειδί.

Το άφησε πάνω στο τραπέζι και έμεινε.

Εκείνη την ημέρα έβρεχε.

«Περίμενε να σταματήσει λίγο», του είπα.

«Δεν πειράζει. Έχω το βανάκι».

«Άσε το βανάκι. Κάτσε λίγο».

Με κοίταξε.

Δεν απάντησε, αλλά με ακολούθησε στο σαλόνι.

Καθίσαμε στις δύο άκρες του παλιού καναπέ του πατέρα μου. Η βροχή χτυπούσε δυνατά τα παράθυρα.

Μιλούσαμε για ασήμαντα πράγματα. Κάποια στιγμή σταμάτησα να τον ακούω.

Παρατηρούσα τα χέρια του.

«Τι έγινε;» με ρώτησε.

«Τίποτα».

«Δεν φαίνεται».

Χαμογέλασα αμήχανα.

«Είσαι πάντα τόσο λιγομίλητος;»

«Όταν δεν έχω κάτι να πω».

«Και τώρα;»

Με κοίταξε για αρκετά δευτερόλεπτα.

«Τώρα έχω».

Δεν ρώτησα τι.

Το χέρι του ακούμπησε στο πόδι μου, λίγο πάνω από το γόνατο. Δεν ήταν τυχαίο. Δεν ήταν μια αδέξια κίνηση. Ήταν μια ερώτηση. Τα δάχτυλά του πίεσαν ελαφρά τη σάρκα μου μέσα από το παντελόνι. Κοίταξα το χέρι του και μετά το πρόσωπό του.

Δεν το απομάκρυνα.

«Άρη...»

«Ναι;»

«Δεν ξέρω τι κάνουμε».

«Ούτε εγώ».

Η φωνή του ήταν χαμηλή.

«Αλλά ξέρεις ότι δεν είναι απλώς ο καφές που με κάνει να έρχομαι εδώ».

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Και πιο κάτω, πιο βαθιά, κάτι να ανοίγει.

Πλησίασα πρώτη.

Το φιλί ξεκίνησε διστακτικά, σχεδόν αμήχανα. Για μια στιγμή τα χείλη μας ακούμπησαν μόνο. Μετά με τράβηξε κοντά του. Το χέρι του ανέβηκε στον αυχένα μου, τα δάχτυλά του χώθηκαν στα μαλλιά μου και τα τράβηξαν ελαφρά προς τα πίσω. Το δικό μου χάθηκε στα μαλλιά του, πιο κοντά στο σβέρκο, εκεί που ήταν πιο κοντά και πιο ζεστά.

Δεν ήταν ένα ευγενικό φιλί. Δεν είχε τίποτα από εκείνα τα προσεκτικά φιλιά που ανταλλάσσεις για να μη χαλάσεις το κραγιόν σου. Ήταν ένα φιλί που έμοιαζε να περιμένει καιρό. Η γλώσσα του μπήκε στο στόμα μου χωρίς να ζητήσει άδεια. Γευόταν τσιγάρο και ουζάκι και κάτι πιο σκούρο. Ένιωσα τα δόντια του να αγγίζουν το κάτω χείλος μου. Ένιωσα το σώμα του να σφίγγεται πάνω μου.

Όταν απομακρυνθήκαμε, με κοίταξε.

«Είσαι σίγουρη;»

«Ναι».

Με φίλησε ξανά. Αυτή τη φορά πιο βαθιά, πιο βρώμικα. Το χέρι του κατέβηκε από τον αυχένα μου στο στήθος μου, πέρασε πάνω από το πουλόβερ, βρήκε τη θηλή μου μέσα από το ύφασμα και την πίεσε με τον αντίχειρα. Δεν ήταν απαλή κίνηση. Ήταν σαν να ήθελε να τη νιώσει, να την κάνει να πονέσει λίγο. Εγώ άνοιξα τα πόδια μου χωρίς να το καταλάβω.

Τα υπόλοιπα έγιναν χωρίς πολλές κουβέντες. Η απόσταση ανάμεσά μας εξαφανίστηκε. Με σήκωσε από τον καναπέ σαν να μην ζύγιζα τίποτα και με έβαλε να καθίσω πάνω στα γόνατά του. Το παντελόνι της εργασίας του ήταν ήδη σκληρό από κάτω. Το ένιωσα να πιέζει ανάμεσα στα πόδια μου. Το δικό μου χέρι κατέβηκε και άγγιξε το σχήμα του πάνω από το ύφασμα. Ήταν χοντρό, ζεστό, ήδη μισοσκληρωμένο.

«Βγάλε το», του είπα.

Δεν μίλησε. Ξεκούμπωσε το παντελόνι του, κατέβασε τα εσώρουχα και το πουλί του πετάχτηκε έξω, βαριά, κοκκινισμένο, με τις φλέβες φουσκωμένες. Το άγγιξα. Ήταν ζεστό και τραχύ στην αφή, όπως τα χέρια του. Το χάιδεψα από τη ρίζα μέχρι την άκρη, ένιωσα το υγρό στην κορυφή να κολλάει στα δάχτυλά μου.

Αυτός κατέβασε το παντελόνι μου μαζί με το εσώρουχο μέχρι τα γόνατα. Τα δάχτυλά του χώθηκαν ανάμεσα στα πόδια μου χωρίς προοίμιο. Ήμουν ήδη βρεγμένη. Τα δάχτυλά του γλίστρησαν εύκολα, μπήκαν μέσα μου, δύο μαζί, τραχιά και χοντρά, και άρχισαν να κινούνται. Ο αντίχειράς του βρήκε την κλειτορίδα μου και την πίεσε κυκλικά, χωρίς τρυφερότητα, με την ίδια σιγουριά που καθάριζε μια βαλβίδα.

«Έτσι;» μου είπε χαμηλά.

«Ναι».

Με τράβηξε πιο κοντά. Έβαλε την άκρη του πουλιού του στην είσοδό μου και με κοίταξε άλλη μια φορά.

«Πες μου αν θες να σταματήσω».

«Μην σταματήσεις».

Με κατέβασε πάνω του με μια κίνηση. Το ένιωσα να μπαίνει μέχρι τη ρίζα, χοντρό και ζεστό, να με γεμίζει απότομα. Βγήκε ένας ήχος από το στόμα μου που δεν τον αναγνώρισα. Αυτός άρχισε να με κουνάει πάνω του, αργά στην αρχή, μετά πιο δυνατά. Τα χέρια του κρατούσαν τους γλουτούς μου, τους άνοιγαν, με βύθιζαν πιο βαθιά κάθε φορά. Ο ήχος που έκανε το σώμα μου καθώς τον δεχόμουν ήταν υγρός, αισχρός. Το άκουγα. Μύριζα τον ιδρώτα του, τη μυρωδιά του από τη δουλειά, τη μυρωδιά του σεξ που άρχιζε να ανεβαίνει ανάμεσά μας.

Δεν μιλούσαμε. Μόνο ανάσες και το τρίξιμο του καναπέ και ο ήχος του σώματός μου που τον κατάπινε. Κάποια στιγμή με σήκωσε, με γύρισε ανάποδα στον καναπέ, με έβαλε στα τέσσερα και μπήκε από πίσω με μια ώθηση που με έκανε να πιάσω τα μαξιλάρια. Τα χέρια του κράτησαν τα πλευρά μου, μετά κατέβηκαν μπροστά και βρήκαν πάλι την κλειτορίδα μου. Την έτριβε καθώς με γαμούσε, γρήγορα, χωρίς έλεος. Ένιωθα τον ιδρώτα του να πέφτει στην πλάτη μου. Ένιωθα το πουλί του να χτυπάει βαθιά, να με ανοίγει.

Όταν ήρθα, ήταν απότομο και βρώμικο. Το σώμα μου σφίχτηκε γύρω του, τα πόδια μου έτρεμαν, ένα υγρό ήρθε έξω και έτρεξε κάτω από τους μηρούς μου. Αυτός δεν σταμάτησε. Συνέχισε μέχρι που ένιωσα το πουλί του να πάλλεται μέσα μου και μετά να ζεσταίνεται περισσότερο καθώς εκσπερμάτωνε. Δεν βγήκε. Έμεινε μέσα μου μέχρι το τέλος, μέχρι να αδειάσει.

Όταν τελείωσε η βροχή, δεν μιλήσαμε αμέσως.

Εκείνος σηκώθηκε, τακτοποίησε τα ρούχα του και με κοίταξε. Το σπέρμα του ένιωθα ακόμα να τρέχει αργά ανάμεσα στα πόδια μου.

«Πρέπει να φύγω».

«Το ξέρω».

Στην πόρτα γύρισε.

«Κλειώ;»

«Ναι;»

«Μην κάνεις πως δεν έγινε».

Δεν απάντησα.

Αλλά ήξερα ότι δεν θα μπορούσα. Τα πόδια μου ακόμα έτρεμαν. Η μυρωδιά του ήταν πάνω μου.

Ο Άρης ήρθε ξανά μετά από τρεις ημέρες.

Δεν υπήρχε πια καμία δικαιολογία.

Το βράδυ, μετά τις εννιά, άκουσα το βανάκι του να σταματάει έξω. Βγήκα χωρίς μπουφάν. Το κρύο μου έκοψε την ανάσα, αλλά από κάτω ήμουν ήδη ζεστή.

«Βγαίνεις λίγο;» με ρώτησε από το παράθυρο.

Μπήκα μέσα.

Οδηγήσαμε στους σκοτεινούς δρόμους προς τα πάνω χωριά. Το Πήλιο τον χειμώνα ήταν ένας διαφορετικός κόσμος. Σπίτια κλειστά, δρόμοι άδειοι, λίγα φώτα μακριά.

Σταματήσαμε σε ένα σημείο με θέα στην κοιλάδα.

«Κρυώνεις;» με ρώτησε.

«Λίγο».

Έβγαλε το μπουφάν του και μου το έδωσε.

«Πάρε».

«Και εσύ;»

«Εγώ είμαι συνηθισμένος».

Τον κοίταξα.

«Πάντα έχεις έτοιμη απάντηση;»

«Όχι. Μόνο όταν χρειάζεται».

Γέλασα και τον φίλησα. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε δισταγμός. Το στόμα μου άνοιξε αμέσως, η γλώσσα μου μπήκε μέσα στο δικό του. Το χέρι μου κατέβηκε στο παντελόνι του και βρήκε ήδη το πουλί του σκληρό. Το έβγαλα έξω μέσα στο σκοτάδι του βαν και το έβαλα στο στόμα μου χωρίς να πω τίποτα. Το ρούφηξα βαθιά, ένιωσα την άκρη του να χτυπάει στο βάθος του λαιμού μου, τη μυρωδιά του δέρματός του να γεμίζει τη μύτη μου. Αυτός έβαλε το χέρι του στα μαλλιά μου και με κράτησε εκεί, όχι βίαια, αλλά σταθερά, καθώς κουνούσε τους γοφούς του προς τα πάνω.

Όταν με τράβηξε επάνω, με έβαλε να καθίσω πάνω του με το πρόσωπο στραμμένο προς το παρμπρίζ. Κατέβασε το παντελόνι μου, άνοιξε τα πόδια μου και με κατέβασε πάνω στο πουλί του μέχρι που το ένιωσα να με γεμίζει ολόκληρη. Τα χέρια του κράτησαν τους μηρούς μου και άρχισε να με κουνάει πάνω-κάτω, δυνατά, ενώ το βανάκι τριζόταν κάτω μας. Κάθε φορά που κατέβαινα, ένιωθα το βάρος του να χτυπάει μέσα μου. Η ανάσα μου θόλωνε το τζάμι. Έβγαζα ήχους που δεν θα έβγαζα ποτέ στο κρεβάτι της Αθήνας.

«Πιο δυνατά», του είπα.

Το έκανε. Με γαμούσε σαν να ήθελε να με σπάσει. Τα δάχτυλά του βρήκαν πάλι την κλειτορίδα μου και την έτριβαν γρήγορα, βρώμικα, μέχρι που ήρθα με το στόμα ανοιχτό, χωρίς ήχο σχεδόν, μόνο με το σώμα μου να σφίγγεται γύρω του σαν να ήθελε να τον κρατήσει μέσα για πάντα. Αυτός ήρθε λίγο μετά, βαθιά, με ένα βαρύ μουγκρητό, και έμεινε μέσα μου μέχρι να σταματήσει να πάλλεται.

Από εκείνο το βράδυ δημιουργήθηκε μια παράξενη συνήθεια.

Δεν την ονομάσαμε ποτέ σχέση.

Δεν κάναμε υποσχέσεις.

Δεν μιλούσαμε για το μέλλον.

Συναντιόμασταν όταν μπορούσαμε. Κάποιες φορές στο σπίτι, κάποιες άλλες στο βανάκι του, σε απομονωμένους δρόμους, μακριά από τα λιγοστά σπίτια που είχαν ακόμη αναμμένα φώτα. Μερικές φορές με γαμούσε όρθια πάνω στον τοίχο της αποθήκης του, με το παντελόνι κατεβασμένο μόνο όσο χρειαζόταν, με το χέρι του στο στόμα μου για να μην ακουστώ. Μερικές φορές με έβαζε στα γόνατα και μου γαμούσε το στόμα μέχρι να δακρύζω, μέχρι να νιώθω τη γεύση του στο βάθος του λαιμού μου. Μερικές φορές απλώς με άνοιγε με τα δάχτυλά του και με έγλειφε μέχρι να τρέμω, μέχρι να μου ζητάει να έρθω στο στόμα του.

Όταν επέστρεφα στην Αθήνα για δουλειά, γινόμουν πάλι η Κλειώ που γνώριζε ο Νικόλας. Καθαρή. Τακτοποιημένη. Με το σώμα μου να θυμάται ακόμα πώς ένιωθε όταν ο Άρης το άνοιγε χωρίς τρυφερότητα.

Όταν γύριζα στο Πήλιο, γινόμουν κάποια άλλη.

Ή ίσως, για πρώτη φορά, γινόμουν ο εαυτός μου.

Δεν άργησα να καταλάβω ότι αυτό που ένιωθα για τον Άρη δεν ήταν μόνο σωματικό.

Μου άρεσε ο τρόπος που με κοιτούσε. Το γεγονός ότι δεν προσπαθούσε να με αλλάξει. Δεν τον ενδιέφερε τι δουλειά έκανα, πόσα χρήματα είχα ή ποιοι ήταν οι φίλοι μου στην Αθήνα. Όταν ήμασταν μαζί, δεν ήμουν η κόρη του Αντώνη, η σύντροφος του Νικόλα ή η γυναίκα που έπρεπε να τακτοποιήσει ένα παλιό σπίτι.

Ήμουν η Κλειώ.

Και αυτό ήταν πιο επικίνδυνο απ’ όσο ήθελα να παραδεχτώ.

Ο Νικόλας παρέμενε ο ίδιος. Απομακρυσμένος, απασχολημένος, πρακτικός. Η επικοινωνία μας είχε γίνει μια σειρά από τηλεφωνήματα και μηνύματα.

«Τι κάνεις;»

«Καλά».

«Πώς πάει το σπίτι;»

«Καλά».

«Έφαγες;»

«Ναι».

Μερικές φορές αναρωτιόμουν αν γνώριζε πραγματικά τι συνέβαινε στη ζωή μου ή αν απλώς ήθελε να επιβεβαιώνει ότι όλα λειτουργούσαν όπως πριν.

Και μετά ερχόταν ο Άρης. Με τα χέρια μαυρισμένα, με τη μυρωδιά του τσιγάρου και του ιδρώτα, με το πουλί του ήδη μισοσκληρωμένο πριν καν αγγίξουμε ο ένας τον άλλον.

Η πρόσκληση του Νικόλα ήρθε με email.

«Θα περάσω Σάββατο και Κυριακή να δω το σπίτι και να σε βοηθήσω με τα χαρτιά. Μπορούμε να συζητήσουμε και τι θα κάνουμε με το ακίνητο. Θα είμαι εκεί το μεσημέρι του Σαββάτου».

Το διάβασα αρκετές φορές.

Ξαφνικά, το σπίτι που μέχρι τότε ήταν το καταφύγιό μου έμοιαζε με παγίδα.

Την επόμενη ημέρα πήγα να βρω τον Άρη στο παλιό ξυλόστεγο που είχε μετατρέψει σε αποθήκη.

Τον βρήκα να τακτοποιεί εργαλεία.

«Ο Νικόλας έρχεται το Σαββατοκύριακο».

Σταμάτησε.

«Μάλιστα».

«Δεν έχεις κάτι να πεις;»

«Τι θέλεις να σου πω;»

«Δεν ξέρω. Κάτι».

Άφησε το εργαλείο που κρατούσε.

«Κλειώ, ήξερες ότι κάποια στιγμή θα ερχόταν».

«Δεν είναι παιχνίδι αυτό».

Γύρισε απότομα.

«Ποιος σου είπε ότι το παίζω;»

Η φωνή του είχε αλλάξει.

«Εγώ δεν είμαι άνθρωπος για κρυφά. Μεγάλωσα εδώ, έμαθα να θέλω τα πράγματα ξεκάθαρα. Ή τα θέλω ή δεν τα θέλω. Δεν μπορώ να είμαι ο άνθρωπος που θυμάσαι όταν ο άλλος λείπει».

«Δεν είναι έτσι».

«Τότε πώς είναι;»

Δεν απάντησα.

«Είμαι ο άνθρωπος της βροχής και των σκοτεινών δρόμων; Αυτός που έρχεται όταν ο Νικόλας είναι στην Αθήνα;»

«Άρη...»

«Όχι. Άκουσέ με. Δεν σου ζητάω να αφήσεις κανέναν για μένα. Δεν σου ζητάω υποσχέσεις. Αλλά μην περιμένεις να κάνω πως δεν με νοιάζει».

Η φωνή του χαμήλωσε.

«Γιατί με νοιάζει, γαμώτο».

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που τον άκουσα να μιλάει έτσι.

Και ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα πόσο πολύ μπορούσε να με πληγώσει.

Τις επόμενες τρεις ημέρες τον απέφευγα.

Το χωριό, όμως, ήταν μικρό. Τον έβλεπα από μακριά να δουλεύει σε ένα σπίτι πιο κάτω στον δρόμο. Κάθε φορά που περνούσα με το αυτοκίνητο, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Και πιο κάτω, ανάμεσα στα πόδια μου, κάτι σφιγγόταν στη θύμηση του πώς με είχε ανοίξει την τελευταία φορά.

Το βράδυ πριν φύγει ο Νικόλας, στις οκτώ, έλαβα ένα μήνυμα από άγνωστο αριθμό.

Ήξερα ποιος ήταν.

«Θα είμαι στο παλιό πηγάδι, στη διασταύρωση για το Καστράκι, στις δέκα. Αν θέλεις να με δεις».

Δεν σκέφτηκα ούτε δευτερόλεπτο.

Άφησα τον Νικόλα να διαβάζει έναν φάκελο στον καναπέ και είπα ότι θα έβγαινα για λίγο αέρα.

Ο δρόμος ήταν σχεδόν εντελώς σκοτεινός. Ο παγετός έτριζε κάτω από τις μπότες μου.

Ο Άρης στεκόταν δίπλα στο παλιό πηγάδι, με ένα τσιγάρο στο χέρι.

«Ήρθες», είπε χωρίς να γυρίσει.

«Ναι».

«Φεύγει αύριο ο άνθρωπός σου;»

«Ναι».

Έσβησε το τσιγάρο.

«Πρέπει να αποφασίσεις, Κλειώ».

«Το ξέρω».

«Για το σπίτι. Για τη ζωή σου. Για το τι θέλεις πραγματικά».

«Δεν είναι τόσο απλό».

«Δεν είπα ότι είναι».

Με κοίταξε.

«Δεν θέλω να είμαι ο λόγος που θα πάρεις μια απόφαση. Θέλω να είμαι ο άνθρωπος που θα επιλέξεις, αν πραγματικά με θέλεις».

Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.

«Και αν δεν ξέρω τι θέλω;»

«Τότε πρέπει να το βρεις».

Πλησίασα.

Ακούμπησα το κεφάλι μου στον ώμο του.

Με αγκάλιασε χωρίς να πει τίποτα.

Δεν υπήρχε η ένταση των προηγούμενων συναντήσεών μας. Δεν υπήρχε βιασύνη, ούτε η ανάγκη να κρυφτούμε μέσα στο σκοτάδι.

Υπήρχε μόνο η ζεστασιά του σώματός του και η αίσθηση ότι, αν έμενα εκεί λίγο ακόμη, ίσως να μπορούσα να ξεχάσω όλα όσα με περίμεναν στο σπίτι.

Το χέρι του κατέβηκε στην πλάτη μου, μετά πιο κάτω, και ακούμπησε τον γλουτό μου πάνω από το παντελόνι. Δεν το μετακίνησε. Απλώς το άφησε εκεί, βαριά, σαν να μου θύμιζε ότι με ήξερε ήδη ανοιχτή.

«Μη με κάνεις να σε μισήσω», ψιθύρισα.

«Δεν θέλω να με μισήσεις».

«Τότε τι θέλεις;»

Με έσφιξε λίγο περισσότερο.

«Να μη χρειάζεται να κρυβόμαστε».

Όταν επέστρεψα, ο Νικόλας ήταν ακόμη ξύπνιος.

«Πού ήσουν τόση ώρα;»

«Περπάτησα».

Με κοίταξε για λίγο.

«Τέτοια ώρα; Με τέτοιο κρύο;»

«Χρειαζόμουν λίγο αέρα».

Δεν είπε τίποτα άλλο.

Το πρωί έφυγε. Με ένα φιλί στο μάγουλο και μια υπόσχεση ότι θα συζητούσαμε με ψυχραιμία για το μέλλον του σπιτιού.

Το αυτοκίνητό του χάθηκε στη στροφή του δρόμου.

Εγώ έμεινα.

Δεν τηλεφώνησα στον Άρη. Δεν του έστειλα μήνυμα. Δεν πήγα να τον βρω.

Για πρώτη φορά δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω την παρουσία του για να ξεφύγω από τις σκέψεις μου.

Έπρεπε να αποφασίσω μόνη μου.

Εκείνο το βράδυ άναψα το τζάκι και κάθισα μπροστά του με ένα ποτήρι κρασί.

Το σπίτι ήταν ζεστό. Έξω φυσούσε δυνατά. Στο τραπέζι βρισκόταν ακόμη το μικρό κλειδί που είχε ξεχάσει ο Άρης.

Το πήρα στα χέρια μου.

Χαμογέλασα χωρίς να το θέλω.

Δεν ήξερα αν θα τον ξαναέβλεπα την επόμενη ημέρα, την επόμενη εβδομάδα ή σε έναν μήνα.

Δεν ήξερα τι θα γινόταν με τον Νικόλα, με το σπίτι ή με τη ζωή μου στην Αθήνα.

Ήξερα μόνο ότι κάτι είχε αλλάξει.

Κάτι που ξεκίνησε από ένα χαλασμένο καλοριφέρ, ένα τηλεφώνημα και έναν άντρα που εμφανίστηκε μέσα στη νύχτα με τα χέρια μαυρισμένα και το πουλί ήδη μισοσκληρωμένο πριν καν τον αγγίξω.

Και που, παρά το κρύο, είχε καταφέρει να με κάνει να αισθανθώ ξανά ζωντανή.

Ίσως αυτό να ήταν το πιο επικίνδυνο απ’ όλα.

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν